Παιδική παχυσαρκία: Η Ελλάδα στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ

Αρκετά παραπανίσια κιλά έχουν περισσότεροι από τους μισούς ενήλικες στη χώρα μας χωρίς αυτό να σημαίνει πως το ζήτημα της παχυσαρκίας είναι ελληνικό φαινόμενο καθώς τα τελευταία σαράντα χρόνια το πρόβλημα συνολικά στον πλανήτη εμφανίζεται να έχει τριπλασιαστεί σε μέγεθος.

Η Ελλάδα, πάντως, βρίσκεται στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαικής Ενωσης στην παιδική παχυσαρκία, και στις πρώτες θέσεις στην παχυσαρκία των ενηλίκων με το 63% των Ελλήνων ηλικίας άνω των 18 ετών να είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), περισσότεροι από τους μισούς ενήλικες στην Ελλάδα είναι παχύσαρκοι ή υπέρβαροι. Συγκεκριμένα, το 37,9% των Ελλήνων ενηλίκων είναι υπέρβαροι και το 24,9% είναι παχύσαρκοι. Το 44% των Ελλήνων και το 30,8% των Ελληνίδων είναι υπέρβαροι/ες, ενώ τα δύο φύλα εμφανίζουν τα ίδια ποσοστά παχυσαρκίας: ένας στους τέσσερις Έλληνες και μία στις τέσσερεις Ελληνίδες ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στη νέα έρευνα που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της «διαΝΕΟσις» με θέμα «Παχυσαρκία και συνοδά καρδιομεταβολικά νοσήματα: Αιτίες – Συνέπειες – Λύσεις» από ερευνητική ομάδα υπό τον συντονισμό του καθηγητή του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, Γιάννη Μανιού.

Βάσει των δεδομένων της έρευνας, υπολογίζεται ότι στα τρία τέταρτα των ελληνικών οικογενειών τουλάχιστον ένας από τους δύο γονείς είναι υπέρβαρος ή παχύσαρκος, ενώ σε μία στις τέσσερεις οικογένειες, είναι και οι δύο γονείς.

Παρόμοια είναι η κατάσταση και στα παιδιά, με τα Ελληνόπουλα να εμφανίζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά παχυσαρκίας στην Ευρώπη. Το ποσοστό των παιδιών ηλικίας 4-6 ετών που είναι παχύσαρκα ή υπέρβαρα φτάνει το 20,6%. Στα παιδιά ηλικίας 6 – 10 ετών ανεβαίνει στο 38,5% και στα παιδιά ηλικίας 10 – 12 ετών αγγίζει το 41,2%.

Ωστόσο φαίνεται ότι η εικόνα επηρεάζεται ακόμα και από γεωγραφικούς και κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι ερευνητές, τα ποσοστά υπέρβαρου και παχυσαρκίας στα παιδιά φαίνεται πως είναι μεγαλύτερα σε επαρχιακές και αγροτικές περιοχές από ό,τι στις πόλεις. Αλλά και εντός των πόλεων εμφανίζονται ανισότητες: είναι χαρακτηριστικό ότι βάσει των δεδομένων λίγο παλαιότερης έρευνας, μόνο το 2,7% των παιδιών στο Χαλάνδρι είναι παχύσαρκα, ενώ στο Κερατσίνι το ποσοστό φτάνει το 20,3%.

Γιαγιάδες και παππούδες που καλομαθαίνουν με γλυκές λιχουδιές τα εγγόνια που έχουν υπό την επίβλεψή τους φαίνεται ότι επίσης έχουν ένα μερίδιο ευθύνης.

Σε γενικές γραμμές, πάντως, θεωρείται ότι περίπου ένα στα τρία παιδιά στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας είναι υπέρβαρο. Στις πολύ μικρές ηλικίες τα κορίτσια είναι πιο συχνά υπέρβαρα ή παχύσαρκα από τα αγόρια, αλλά στη συνέχεια τα ποσοστά εξισώνονται μέχρι την εφηβεία, όταν και τα αγόρια γίνεται πιο πιθανό να είναι παχύσαρκα.

Από την άποψη του φύλου, προκύπτει ότι οι άνδρες φαίνεται να έχουν λιγότερο ακριβή αντίληψη για το σωματικό τους βάρος και κάνουν λιγότερες προσπάθειες για να χάσουν κιλά συγκριτικά με τις γυναίκες. Σε αυτό συντείνουν και οι κοινωνικές αντιλήψεις για το σωματικό βάρος και κυρίως μη αυξανόμενη πίεση στις γυναίκες στις χώρες του Δυτικού Κόσμου να έχουν λεπτό και καλλίγραμμο σώμα.

Οι αιτίες
 Οι διατροφικές συνήθειες, η άθληση ή η απουσία της, αλλά και η καθιστική ζωή αποτελούν ορισμένες κρίσιμες αιτίες για την πιθανότητα αύξησης του σωματικού βάρους, ανεξαρτήτως άλλων παραγόντων.

Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα μόνο το 8% των Ελλήνων γνωρίζουν τις συστάσεις για τη σωστή διατροφή, και μόνο το 35,2% τις συστάσεις για τη σωματική δραστηριότητα (νούμερα αρκετά χαμηλότερα από άλλων ευρωπαϊκών χωρών).

Παράλληλα στη χώρα μας μόνο το 25% των ενηλίκων καταναλώνουν φρούτα και λαχανικά στις ποσότητες που προτείνονται. Οσο μικρό, πάντως, κι αν φαίνεται αυτο το ποσοστό, από διάφορες έρευνες τεκμηριώνεται ότι οι διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων δεν είναι πολύ χειρότερες από τις συνήθειες άλλων λαών με πολύ μικρότερα ποσοστά παχυσαρκίας.

Ως εκ τούτου φαίνεται ότι η κρίσιμη διαφορά ίσως είναι το γεγονός ότι το 68% των Ελλήνων ενηλίκων δεν γυμνάζονται καθόλου και δεν ασχολούνται με κανένα άθλημα -το μεγαλύτερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επιπλέον, οι Έλληνες καταναλώνουν πάνω από τρεις ώρες καθημερινά μπροστά σε οθόνες εκτός εργασίας – περισσότερο από τους κατοίκους 15 άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Αλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες περιλαμβάνουν το κοινωνικό περιβάλλον και τη γειτονιά στην οποία ζει κανείς, μέχρι την οικονομική κατάσταση, τον διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο και τη διάρκεια του ύπνου.

Τα παιδιά
 Πολλές έρευνες έχουν τεκμηριώσει έως τώρα ότι και στους ανήλικους ένα πρότυπο ζωής με μεγαλύτερη κατανάλωση γλυκών, σακχαρούχων ροφημάτων και σνακ, μικρότερη κατανάλωση φρούτων, χαμηλά επίπεδα σωματικής δραστηριότητας, μικρότερη διάρκεια ύπνου και κατανάλωση χρόνου σε καθιστικές ασχολίες (τηλεόραση και άλλες οθόνες), είναι πιο συχνό σε παχύσαρκα παιδιά.

Σημαντικό ρόλο όμως φαίνεται να παίζει και το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων, το είδος των τροφίμων που υπάρχουν διαθέσιμα στο σπίτι, οι επιρροές από το εκπαιδευτικό περιβάλλον και από τους συνομιλήκους (ειδικά στην εφηβεία), η έκθεση σε διαφημιστικά μηνύματα από τα ΜΜΕ, η πρόσβαση σε αθλητικούς χώρους ή σε αθλητικό εξοπλισμό, η εγγύτητα σε ανοιχτούς χώρους παιχνιδιού και άθλησης, το είδος των καταστημάτων τροφίμων στη γειτονιά αλλά και ο ρόλος άλλων ανθρώπων που συνεισφέρουν στη φροντίδα των παιδιών (παππούδες, γιαγιάδες). Ειδικά ως προς το τελευταίο, ελληνική έρευνα έχει καταδείξει ότι τα παιδιά τα οποία φροντίζουν κυρίως οι γιαγιάδες/παππούδες έχουν 53% μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνουν υπέρβαρα ή παχύσαρκα σε σχέση με αυτά που τα φροντίζουν κυρίως οι γονείς.

Επίσης η παχυσαρκία των γονέων αυξάνει την πιθανότητα να γίνουν παχύσαρκα και τα παιδιά. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ότι το 22,3% των παιδιών που έχουν γονείς με φυσιολογικό βάρος είναι παχύσαρκα ή υπέρβαρα -ένα ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που συναντάμε σε άλλες χώρες σε παρόμοιες έρευνες (μόνο 6,5% σε Βέλγιο & Φινλανδία, ας πούμε).

Κι όμως πολλοί γονείς δεν αναγνωρίζουν το πρόβλημα υποεκτιμώντας το βάρος των παιδιών τους. Το 88% των γονέων με παιδιά προσχολικής ηλικίας που είναι υπέρβαρα και το 55,8% των γονέων με παιδιά που είναι παχύσαρκα θεωρούν ότι το παιδί τους έχει φυσιολογικό σωματικό βάρος.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, πάντως, πέραν αυτών των παραγόντων, φαίνεται να υπάρχουν κι άλλοι, οι οποίοι δρουν πολύ νωρίτερα. Παράγοντες όπως το υπερβάλλον σωματικό βάρος της μητέρας πριν την εγκυμοσύνη, η υπέρμετρη αύξηση βάρους της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και το κάπνισμα της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (ενεργητικό ή παθητικό) παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξη του παιδιού. «Ένα παιδί είναι 2,6 φορές πιθανότερο να γίνει παχύσαρκο όταν η μητέρα του είναι παχύσαρκη πριν την εγκυμοσύνη. Το 35% των Ελληνίδων μητέρων αυξάνουν το βάρος τους υπέρμετρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης -τα παιδιά τους έχουν διπλάσια πιθανότητα να εμφανίσουν παχυσαρκία από τα υπόλοιπα. Το 11,5% των Ελληνίδων μητέρων δηλώνουν ότι κάπνιζαν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους. Σύμφωνα με την έρευνα Feel4Diabetes, τα παιδιά που γεννιούνται από μητέρες που κάπνιζαν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης έχουν 2,6 μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνουν παχύσαρκα» επισημαίνεται.

Επιπλέον βρέφη που γεννήθηκαν με βάρος υψηλότερο του φυσιολογικού, έχουν 1,8 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνουν παχύσαρκα ως παιδιά. Περίπου 10% των Ελληνίδων μητέρων θηλάζουν αποκλειστικά τους πρώτους έξι μήνες -τα παιδιά που τρέφονται έτσι σε αυτό το διάστημα έχουν 2 φορές μικρότερη πιθανότητα να γίνουν παχύσαρκα σε σχέση με τα υπόλοιπα. Επιπλέον, τα παιδιά που αυξάνουν το σωματικό τους βάρος υπερβολικά γρήγορα στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής τους (πάνω από 1 στα 3 παιδιά στην Ελλάδα ανήκουν σε αυτή την κατηγορία), έχουν τετραπλάσια πιθανότητα εμφάνισης παχυσαρκίας σε επόμενα στάδια.

Οι προτάσεις
 Οι ερευνητές καταλήγουν στην πρόταση υλοποίησης ενός σχεδίου δράσης με δύο άξονες:

Τον σχεδιασμό και την εφαρμογή προγραμμάτων παρέμβασης σε σχολεία για την προώθηση της υγιεινής διατροφής και την αύξηση της σωματικής δραστηριότητας για τα παιδιά και τις οικογένειες τους και
 

Τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας διαδικασίας εύκολου και έγκαιρου εντοπισμού των οικογενειών υψηλού κινδύνου για την παχυσαρκία και τα συνοδά της νοσήματα, με κέντρο της παρέμβασης τις δομές της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας ανά την Ελλάδα.
 

Το προτεινόμενο σχέδιο δράσης συνίσταται στην καταγραφή των δεικτών ανάπτυξης και υγείας των παιδιών, των εφήβων αλλά και των γονέων τους μέσω της ήδη θεσμοθετημένης ιατρικής εξέτασης των παιδιών για τη συμπλήρωση του Ατομικού Δελτίου Υγείας Μαθητή (ΑΔΥΜ).

Το γνωστό ΑΔΥΜ, που συμπληρώνεται υποχρεωτικά από τους παιδιάτρους για τη φοίτηση των παιδιών στο σχολείο, μπορεί να εμπλουτιστεί με στοιχεία για τους γονείς (ανθρωπομετρικά χαρακτηριστικά, συνήθειες διατροφής και άσκησης, άλλων παραγόντων κινδύνου για χρόνια νοσήματα) δημιουργώντας έτσι ένα σύστημα αξιολόγησης των δεικτών υγείας του πληθυσμού. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούν να εντοπίζονται οι οικογένειες “υψηλού κινδύνου” (πάντα, όπως τονίζει η έρευνα, μέσα από διαδικασίες αυστηρής προστασίας των προσωπικών δεδομένων). Οι οικογένειες αυτές θα παραπέμπονται στις δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΤΟΜΥ, Δημοτικά Ιατρεία, Κέντρα Υγείας) για ιατρικό έλεγχο και πρόσβαση σε συμβουλευτικές υπηρεσίες από ειδικούς, παρεμβάσεις, προγράμματα, και εργαλεία ενημέρωσης. Το προτεινόμενο σχέδιο δράσης έχει εξ αρχής στον σχεδιασμό του διαδικασίες αξιολόγησης και μέτρησης της αποτελεσματικότητάς του.

Αναφορικά με τα ψηφιακά εργαλεία, στο πλαίσιο της παροχής εξατομικευμένης συμβουλευτικής συνιστάται η χρήση μιας ψηφιακής εφαρμογής υγείας για κινητά τηλέφωνα, η οποία θα αποσκοπεί στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων που θα βοηθήσουν τους χρήστες να παρακολουθούν την ποιότητα της διατροφής, να σχεδιάζουν τα γευμάτά τους, να αυξάνουν τη σωματική δραστηριότητα, να μειώνουν τον καθιστικό χρόνο και να λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή όπου απαιτείται.

Στο πλαίσιο της συμβουλευτικής, έμφαση θα δοθεί και στον καθορισμό «έξυπνων» στόχων (δηλ. συγκεκριμένων, μετρήσιμων, εφικτών, σχετικών και χρονικά προκαθορισμένων) από τους χρήστες.

Επιπρόσθετα, η ψηφιακή εφαρμογή υγείας θα επιτρέπει την άμεση επικοινωνία των χρηστών με τους επαγγελματίες υγείας με στόχο τη λήψη έγκαιρης υποστήριξης μέσω του κινητού τηλεφώνου, χωρίς να απαιτείται δια ζώσης επίσκεψη στη τοπική δομή ΠΦΥ που σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι εφικτή ή δεν μπορεί να γίνει άμεσα και ως εκ τούτου είναι λιγότερο αποτελεσματική σε σύγκριση με την αμεσότερη λήψη υποστήριξης.

Παράλληλα, θα δίνεται η δυνατότητα να παρακολουθείται ψηφιακά ένας μεγάλο μέρος του πληθυσμού και να εντοπίζονται τα άτομα που δυσκολεύονται να προσκολληθούν στους στόχους της παρέμβασης, έτσι ώστε και να δοθεί σε αυτά μεγαλύτερη προσοχή και υποστήριξη.

Πηγή: ethnos.gr