Το θρυλικό ξενοδοχείο King George της Αμμοχώστου στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής καταστροφής

Στις αυλές του, τα μπαλκόνια του και όλη την γύρω περιοχή της θάλασσας της Αμμοχώστου ήπιαν το ποτό τους ποιητές, συγγραφείς, καλλιτέχνες: Η αφρόκρεμα της Λογοτεχνίας, της Ποίησης και του καλλιτεχνικού κόσμου της εποχής, όχι μόνο από την Κύπρο, αλλά και παγκοσμίως.

Κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, φιλοξένησε προσωπικότητες από ολόκληρο τον κόσμο.

Έγινε γνωστό για την θέα του στην ανατολή του ήλιου, αλλά και το ηλιοβασίλεμά του, που ενέπνευσε την ελίτ της εποχής.

Χτισμένο την δεκαετία του ’40 στην παραλία της Αμμοχώστου, το ξενοδοχείο King George αποτέλεσε το αγαπημένο καλοκαιρινό θέρετρο του Γιώργου Σεφέρη αλλά και άλλων εμβληματικών προσωπικοτήτων των δεκαετιών κυρίως του ’50 και του ’60.

Σήμερα, εν έτει 2021, οι φωτογραφίες του ξενοδοχείου που κάνουν τον γύρο του διαδικτύου αποκαλύπτουν το μέγεθος της καταστροφής που έχει επέλθει, όχι μόνο σε αυτό, αλλά και σε όλα τα οικήματα της περίκλειστης πόλης των Βαρωσίων.

Κι έτσι, το άλλοτε διαμάντι της Μεσογείου, με την αξιοζήλευτη ευμάρεια της εποχής, μέχρι το μαύρο καλοκαίρι του ’74 έρχεται και πάλι στο προσκήνιο, με αφορμή τις φωτογραφίες της ξενοδοχειακής μονάδας, που όπως και όλες οι άλλες παραμένει βουβή μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Καταπίνοντας αναμνήσεις, εικόνες, συναισθήματα, αλλά και ό,τι άφησαν μέσα όσοι πέρασαν από εκεί.

Η οροφή από τον πρώτο όροφο του ξενοδοχείου, στον οποίο βρισκόταν και η μεγάλη αυλή του έχει καταρρεύσει. Στην ίδια κατάσταση βρίσκεται και μεγάλο μέρος του υπόλοιπου ξενοδοχείου, το οποίο είναι στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής καταστροφής.

Μόνο η πρόσοψή του θυμίζει τις ένδοξες στιγμές του παρελθόντος.

Ανάμεσά τους και αυτές με τον σπουδαίο, αείμνηστο ποιητή, διπλωμάτη, κάτοχο βραβείου νόμπελ Λογοτεχνίας.

Τουλάχιστον τρεις φορές επισκέφθηκε την Κύπρο ο Γ. Σεφέρης, έχοντας στενές σχέσεις, τόσο με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, όσο και με αξιωματούχους της Μεγαλονήσου.

Στην περίφημη Σαλαμίνα, το Νοέμβρη του 1953, έγραψε:

«Η γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.

Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν

αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό

το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να γεμίσει με την τρέλα,
νῆσός τις ἔστι…».

Φίλοι του άλλου πολέμου,
σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά
σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα—
Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη·
εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου

ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,
νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα
τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής·
κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν
όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:

«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικό·
την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης·
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…».

ανταπόκριση από Λευκωσία Μανιάνα Καλογεράκη

www.ertnews.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here