Γιατί η Δύση μπορεί να χρειαστεί να προσφέρει στον Πούτιν μια διέξοδο

Το ερώτημα για τους παγκόσμιους ηγέτες είναι πώς θα εξασφαλίσουν την ήττα του Ρώσου προέδρου, παρέχοντάς του ωστόσο μια διέξοδο από την κρίση.

Σε ολόκληρη τη Δύση υπάρχει έντονη η αίσθηση ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν όχι μόνο πρέπει να σταματήσει την προσπάθεια αποικισμού της Ουκρανίας, αλλά και να τιμωρηθεί για τη βαρβαρότητά του. Είναι ζήτημα φυσικής δικαιοσύνης.

Όμως, οι δυτικοί ηγέτες βρίσκονται απέναντι από μια ακόμη επιτακτική ανάγκη. Η τρομακτική πραγματικότητα είναι ότι βρισκόμαστε πιο κοντά στον πυρηνικό πόλεμο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά από την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962.

Και κατά κάποιο τρόπο, ο κίνδυνος να βγει εκτός ελέγχου η τρέχουσα κρίση είναι ακόμη μεγαλύτερος από αυτόν που αντιμετώπισαν οι Τζόν Κένεντι και Νικίτα Χρουστσώφ.

Σε αντίθεση με το 1962, ένας θερμός πόλεμος μαίνεται ήδη για εδάφη τα οποία η μία πλευρά θεωρεί σημαντικά για το εθνικό της συμφέρον και η άλλη γνωρίζει ότι είναι απαραίτητα για την εθνική της επιβίωση. Ο πόλεμος, με άλλα λόγια, έχει γίνει μια σύγκρουση μηδενικού αθροίσματος, παρόλο που σε καμία λογική βάση δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη η θέση του Πούτιν οτι η Ουκρανία είναι απειλή για την ασφάλεια της Ρωσίας.

Αυτό που κάνει αυτή την κατάσταση ακόμη πιο επικίνδυνη είναι ότι η Ουκρανία (νόμιμα και λογικά) οπλίζεται και εφοδιάζεται από τη στρατιωτική συμμαχία που φοβάται περισσότερο η Ρωσία, το ΝΑΤΟ. Εν τω μεταξύ, η Ρωσία στριμώχνεται από έναν ολοένα αυστηρότερο οικονομικό αποκλεισμό που έχει σχεδιαστεί για να την εξαναγκάσει σε ήττα. Εάν αυτή η εκστρατεία καταλήξει σε ταπεινωτική ήττα για τη Ρωσία, θα αποδειχθεί καταληκτική όχι μόνο για το εθνικό κύρος και δύναμη της χώρας, αλλά και για το ίδιο το καθεστώς του Πούτιν.

Όταν ο τζογαδόρος έχει ήδη χάσει τόσα πολλά που κινδυνεύει να χρεοκοπήσει, το λογικό που έχει να κάνει είναι να συνεχίσει να ανεβάζει το στοιχηματισμό για να ανατρέψει την κατάσταση. Αυτός είναι ο απελπισμένος αντίπαλος που μπορεί να αντιμετωπίσει τώρα η Δύση. Και το χειρότερο, αυτός είναι ο αντίπαλος του οποίου τα αιματοβαμμένα χρέη μπορεί να χρειαστεί να διαγράψει η Δύση.

Ο υπουργός Άμυνας της Βρετανίας είπε ότι ο Πούτιν «είναι μια εξαντλημένη δύναμη στον κόσμο». Ο Γάλλος ομόλογός του δήλωσε: «Η Ουκρανία θα κερδίσει». Στις δυτικές πρωτεύουσες οικοδομείται η συναίνεση ότι ο καταστροφικός χειρισμός της σύγκρουσης από τη Ρωσία σημαίνει στην πραγματικότητα μπορεί να έχει ήδη χάσει, δεδομένου οτι οι πολιτικοί της στόχοι μάλλον δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω του μεγέθους της Ουκρανίας και της αντίθεσης του λαού της στον ρωσικό έλεγχο.

Αυτές οι δηλώσεις, ωστόσο, παρουσιάζουν έναν επικίνδυνο συνδυασμό κλιμάκωσης, εκπλήρωσης επιθυμιών και, το πιο ανησυχητικό από όλα, αλήθειας.

Στις δυτικές πρωτεύουσες, υπήρξε μια κλιμάκωση τόσο στην επίσημη απάντηση στην εισβολή της Ρωσίας στην κλίμακα των κυρώσεων και της στρατιωτικής υποστήριξης, όσο και στη ρητορική καταγγελία του καθεστώτος.

Αυτό είναι κατανοητό και έχει καθυστερήσει πολύ. Ο Πούτιν φαίνεται να προεδρεύει σε κάτι που μοιάζει με κράτος της μαφίας, διεφθαρμένο, κλεπτοκρατικό και βίαιο, βασισμένο σε δίκτυα και εδαφικές διεκδικήσεις που δεν έχουν καμία σχέση με τη λαϊκή βούληση και που πρέπει να αντιταχθούν.

Όμως, οι δυτικοί ηγέτες θα πρέπει επίσης να αναγνωρίσουν τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουν μια ακόμη χειρότερη κατάσταση από την ήδη υπάρχουσα και πρέπει να είναι ξεκάθαροι σχετικά με τους στόχους τους. Αναζητούν έναν τρόπο να τερματίσουν τη σύγκρουση ή την ήττα της Ρωσίας; Ίσως αυτά να είναι τώρα ένα και το αυτό, αλλά η διαφορά μπορεί κάλλιστα να γίνει σημαντική.

Ο Μπόρις Τζόνσον, για παράδειγμα, έχει πει ότι η επιθετική πράξη του Πούτιν «πρέπει να αποτύχει και φαίνεται ότι αποτυγχάνει». Αυτό είναι και αληθινό και προβληματικό. Είναι σημαντικό για τη δυτική ασφάλεια οι επίδοξοι Πούτιν αυτού του κόσμου να καταλάβουν ότι αν επιχειρήσουν κάτι παρόμοιο με την εισβολή στην Ουκρανία, θα συντριβούν και θα ταπεινωθούν, όπως συμβαίνει στη Ρωσία.

Το αίνιγμα, ωστόσο, είναι ότι θα ήταν επίσης ευκολότερο για τον Πούτιν να υποχωρήσει εάν μπορέσει να ισχυριστεί ότι δεν έχει αποτύχει. Αλλά το γεγονός ότι η Δύση μπορεί να χρειαστεί να του δώσει κάτι να “πουλήσει”, αποδυναμώνει τη δυνατότητά της να “πουλήσει” τη δική της νίκη.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι οι πόλεμοι αλλάζουν τα πράγματα. Η μόνη ρεαλιστική διπλωματική λύση είναι κάποιου είδους επαναβεβαίωση του status quo που υπήρχε πριν από τον πόλεμο, σε συνδυασμό με διπλωματικές διαβεβαιώσεις και για τις δύο πλευρές.

Αλλά γιατί να αποδεχθεί η Ουκρανία το status quo, μετά από όλα όσα έχει περάσει, και πώς θα μπορούσε ο Πούτιν να κάνει το ίδιο, δεδομένου του τιμήματος που έχει ήδη πληρώσει; Η Ουκρανία έχει πλέον υποβάλει αίτηση για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και είναι ακόμη πιο θερμή στην επιθυμία της να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.

Ο πληθυσμός της δείχνει να έχει συσπειρωθεί απέναντι στις αντιξοότητες, να έχει βρει τη φωνή του ως ευρωπαϊκό έθνος – κράτος. Το status quo που ο Πούτιν έβρισκε τόσο ανυπόφορο πριν μπορεί να μην είναι δυνατό να αναζωογονηθεί επειδή το σκότωσε.

Το δεύτερο στοιχείο της δυτικής απάντησης που κινδυνεύει να κάνει την ειρήνη ακόμα πιο δύσκολη είναι η εκπλήρωση επιθυμιών. Δυτικοί αξιωματούχοι ενισχύουν τη ρητορική και την υποστήριξή τους προς την Ουκρανία από ηθική και γεωπολιτική αλληλεγγύη, αλλά και λόγω της πρόωρης επιτυχίας της Ουκρανίας να αντισταθεί στη ρωσική επίθεση. Όσο περισσότερο αντέχει η Ουκρανία, τόσο περισσότερο η Δύση μπορεί να πιστεύει ότι κάτι μεγαλύτερο από το status quo είναι δυνατό. Οτι ο Πούτιν και το καθεστώς του μπορεί να μην επιβιώσουν από την κρίση που έχουν προκαλέσει. Εάν η Δύση αρχίσει να βλέπει ένα μέλλον καλύτερο από το status quo ή συνειδητοποιήσει ότι η κοινή γνώμη στο εσωτερικό δεν θα επιτρέψει την επιστροφή στις «κανονικές» σχέσεις με τη Ρωσία, θα περιορίσει τις στενές επιλογές για μια διπλωματική λύση.

Ερμηνεύοντας τις δυσκολίες της Ρωσίας στα πρώτα στάδια του πολέμου και κάνοντας μια γενικότερη υπόθεση για την “σκλήρωση” του κράτους, μπορεί να πει κάποιος οτι στρατός της Μόσχας δεν στέκεται στο ύψος των απαιτήσεων, ότι οι δυσκολίες στην Ουκρανία αποκαλύπτουν ένα σύστημα γεμάτο διαφθορά, ότι ο Πούτιν είναι μια χάρτινη τίγρης, ότι το καθεστώς στη Μόσχα σύντομα θα πέσει.

Ο κινεζικός αυταρχισμός επέζησε από την πλατεία Τιενανμέν, η ιρανική θεοκρατία επέζησε από χρόνια δυτικών κυρώσεων και, πιο πρόσφατα, ο Μπασάρ αλ Άσαντ επέζησε από τον συριακό εμφύλιο πόλεμο.

Αλλά αυτό που είναι δυνητικά ακόμη πιο τρομακτικό και από ένα εσφαλμένο ευσεβή πόθο είναι το τρίτο στοιχείο: η αλήθεια. Είναι πιθανό το καθεστώς του Πούτιν να είναι πραγματικά τόσο αδύναμο όσο κάποιοι ισχυρίζονται. Ορισμένοι μακροχρόνιοι αναλυτές της Ρωσίας που δεν είναι επιρρεπείς στην υπερβολή πιστεύουν ότι μπορεί να καταρρεύσει ως αποτέλεσμα αυτής της κρίσης. «Για πρώτη φορά σε 20 χρόνια κοιτάζοντας αυτό το καθεστώς, πραγματικά το αμφισβητώ», είπε ο Μαϊκλ Κόφμαν, διευθυντής Ρωσικών σπουδών στο think tank CNA, στο podcast του War on the Rocks.

Ο Κόφμαν ανησυχούσε επίσης για το τι θα επακολουθούσε αν πέσει το καθεστώς του Πούτιν. «Δεν λέω ότι θα αντικατασταθεί από κάτι καλύτερο», είπε. «Αν δεν σας αρέσει το αυταρχικό σύστημα τώρα, μπορεί να μην σας αρέσει το αυταρχικό σύστημα που θα έρθει αργότερα».

Περισσότερο από αυτό, όμως, το ίδιο το γεγονός της αδυναμίας της Ρωσίας δημιουργεί τους δικούς του κινδύνους. Πρώτον, η Δύση μπορεί να αποκτήσει υπερβολική αυτοπεποίθηση για το πόσο μπορεί να πιέσει το ρωσικό κράτος. Δεύτερον, η προοπτική της ήττας στην Ουκρανία αυξάνει την πιθανότητα ο Πούτιν να κλιμακώσει τη σύγκρουση. Ο Ρώσος πρόεδρος μπορεί να υπολογίσει ότι απλά δεν μπορεί να χάσει, αυξάνοντας τις πιθανότητες να αναπτύξει πυρηνικά ή βιολογικά όπλα για να αλλάξει τα δεδομένα και να εκθέσει τη φαινομενική επιφυλακτικότητα της Δύσης για αντίποινα. Η φύση του καθεστώτος του σημαίνει ότι δεν διακυβεύεται μόνο η δύναμή του, αλλά δυνητικά η περιουσία του και ακόμη και η ζωή του. «Πιστεύω ότι θα συνεχίσει, και αυτό είναι που με ανησυχεί», είπε ο Κόφμαν, προειδοποιώντας ότι ο κόσμος δεν θα πρέπει να υποθέσει ότι ο Πούτιν θα έχει δισταγμούς για να ισοπεδώσει το Κίεβο – έχει ήδη δείξει ότι είναι πρόθυμος να το κάνει, πρώτα στο Γκρόζνι της Τσετσενίας.

Ο κίνδυνος λοιπόν είναι η κλιμάκωση της δυτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία -που τροφοδοτείται από τη βαρβαρότητα του Πούτιν, την ουκρανική επιτυχία και τη δυτική αισιοδοξία- να συνδυαστεί με την αυξανόμενη αδυναμία του καθεστώτος να δημιουργήσει συνθήκες για λανθασμένους υπολογισμούς που γεννήθηκαν από την απόγνωση. Και όσο περισσότερο διαρκεί η κρίση, τόσο μεγαλύτερος είναι αυτός ο κίνδυνος.

Το ερώτημα για τους ηγέτες της Δύσης είναι πώς θα εξασφαλίσουν την ήττα του Πούτιν, παρέχοντάς του ωστόσο μια οδό εξόδου από την κρίση και αποφεύγοντας τυχόν λάθη που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια ευρύτερη πυρκαγιά. Το μονοπάτι στην άκρη του γκρεμού είναι πάντα επικίνδυνο.

Σύμφωνα με διπλωμάτες και ειδικούς με τους οποίους μίλησα, η πορεία προς τα εμπρός περιλαμβάνει μια σειρά από στοιχεία. Πρώτον, η Δύση πρέπει να διασφαλίσει ότι όσο μεγάλη υποστήριξη και αν παρέχει στο Κίεβο, η σύγκρουση παραμένει μια σύγκρουση μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας. Με αυτόν τον τρόπο, οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις παραμένουν μεταξύ των δύο χωρών, και όχι της Ρωσίας και της Δύσης ευρύτερα. Η Ουάσιγκτον, το Παρίσι, το Λονδίνο και το Βερολίνο δεν μπορούν να επιτρέψουν στις συνομιλίες να οδηγηθούν σε αυτό που θέλει ο Πούτιν. Αυτό, θα ήταν μια νίκη για τον Ρώσο ηγέτη και τις τακτικές του για ριψοκίνδυνη πυρηνική διπλωματία που θα οδηγούσε σε έναν πιο επικίνδυνο κόσμο.

Δεύτερον, η Δύση δεν πρέπει να αποκλείσει πιθανούς συμβιβασμούς που οι ίδιοι οι Ουκρανοί θα ήταν πρόθυμοι να διαπραγματευτούν. Εάν ο Πούτιν θα μπορούσε να αποδεχθεί μια ήττα από τις διαπραγματεύσεις, θα απαιτήσει ένα φύλλο συκής για να κρύψει την πραγματικότητα ότι δεν κατάφερε να υποτάξει την Ουκρανία.

Υπήρξαν εικασίες, για παράδειγμα, ότι ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Ζελένσκι μπορεί να είναι έτοιμος να αποκηρύξει επισήμως την επιδίωξή του για ένταξη στο ΝΑΤΟ, μια από τις πολλές δεσμεύσεις που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως πρόσχημα για την αποκλιμάκωση της Ρωσίας. Ο Ζελένσκι θα μπορούσε επίσης να υποσχεθεί ότι δεν θα στείλει στρατεύματα στο Ντονμπάς, για παράδειγμα, ούτε θα επιδιώξει να ανακαταλάβει την Κριμαία ή ακόμη και να αναζητήσει πυρηνικά όπλα ή να τους επιτρέψει να τοποθετηθούν σε ουκρανικό έδαφος.

Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την παράλογη προπαγάνδα της Ρωσίας προς όφελός του, δεσμευόμενος επίσημα να μην κάνει πράγματα ου ο ίδιος η οποισδήποτε από τους διαδόχους του θα σκεφτόταν να κάνει.

Η δυσκολία έρχεται με συμβιβασμούς που δεν είναι δίκαιοι. Γιατί η Ουκρανία δεν πρέπει να επιδιώξει την ένταξη στην ΕΕ ή στο ΝΑΤΟ;

Ή γιατί να δεχτεί την προσάρτηση της Κριμαίας, ενός τμήματος της κυρίαρχης επικράτειάς της; Εδώ πρέπει να έρθουν στο προσκήνιο οι διπλωματικές ικανότητες.

Τελικά, η διπλωματία θα πρέπει να πείσει κάθε πλευρά να συμφωνήσει σε κάτι που θα επιτρέπει σε καθένα να σώσει την αξιοπρέπειά του, παρόλο που η αξιοπρέπεια της μίας πλευράς δεν αξίζει να σωθεί.

Η κουβανική πυραυλική κρίση έληξε με τους ρωσικούς πυραύλους να γυρίζουν πίσω, ενώ οι Αμερικανοί συμφώνησαν να μην εισβάλουν στην Κούβα και να απομακρύνουν τους πυραύλους τους από την Τουρκία. Οι ιστορικοί διαφωνούν σχετικά με το εάν αυτό διατήρησε το status quo όσον αφορά τη συνολική ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο πλευρών ή άφησε τη Ρωσία ελαφρώς καλύτερη από ό,τι όταν ξεκίνησε η κρίση. Είτε έτσι είτε αλλιώς, τελείωσε χωρίς καταστροφικούς λάθος υπολογισμούς και με έναν συμβιβασμό αρκετά ισορροπημένο για αμφότερες τις πλευρές.

Η κατάσταση σήμερα δεν είναι όπως ήταν τότε. Σε αντίθεση με τον Χρουστσόφ, ο Πούτιν δεν έφτασε απλώς στην γραμμή, αλλά την πέρασε, εξαπολύοντας έναν τρόμο για τον οποίο θα έπρεπε να λογοδοτήσει.

Η φρικτή πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι η καλύτερη επιλογή για τη Δύση μπορεί να περιλαμβάνει την εύρεση ενός τρόπου ώστε να μην θεωρηθεί ως υπόλογος όπως θα όφειλε ,αλλά στη συνέχεια να μην ξεχάσει ποτέ τι έχει κάνει.

Πηγή: The Atlantic
Μετάφραση – Επιμέλεια: Γρηγόρης Τάτσης

www.ertnews.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ